Ο Παπαλάνγκι δεν έχει χρόνο

Η καραντίνα (για όσους από μας κλεινόμαστε στα σπίτια μας) πέρα από την προφανή δυσχέρεια την οποία κουβαλάει, μας επιστρέφει ένα από τα αγαθά που μας κλέβει κάθε μέρα ο καπιταλισμός: χρόνο. Όχι ακριβώς ελεύθερο. Στον καπιταλισμό δεν υπάρχει «ελεύθερος» χρόνος, δηλαδή χρόνος ως σχόλη, σαν εκείνο που απολάμβαναν οι πρωτόγονες ακρατικές κοινωνίες, στις οποίες η ζωή δεν διαχωριζόταν από τη δουλειά. Υπάρχει μόνο μη εργάσιμος χρόνος που είναι κι αυτός υποταγμένος στο κεφάλαιο, γιατί μέσα του προσπαθούμε να στοιβάξουμε όσες δραστηριότητες και πνεύμα μας κλέβει η μισθωτή εργασία όλο το υπόλοιπο διάστημα. Και δεν τα καταφέρνουμε. Παρόλα αυτά, έστω και αυτός ο μη εργάσιμος χρόνος προσφέρεται αυτές τις μέρες για διάβασμα και αναστοχασμό. Όχι εσωτεριστικές αμπελοφιλοσοφίες για το τι εστί άνθρωπος, αλλά αναστοχασμό για το πώς θα απαντήσουμε συλλογικά στη δυστοπική πραγματικότητα του κράτους και του κεφαλαίου, που πέρα από την μισθωτή εκμετάλλευση, τη φασιστική βία και την επιτήρηση των ζωών μας, τώρα μας φέρνει και πανδημίες.

Παρακάτω παραθέτουμε κάποια αποσπάσματα από το Παπαλάνγκι[1] και την ενότητα «Ο Παπαλανγκι δεν έχει χρόνο», όπου η σχέση του λευκού δυτικού ανθρώπου με τον χρόνο χαρακτηρίζεται ως αρρώστια, μέσα από τα μάτια των ιθαγενών της Σαμόα. Το βιβλίο είναι οι λόγοι που έβγαλε ο φύλαρχος Τουιάβιι στα μέλη της κοινότητάς του, μετά το ταξίδι του στην Ευρώπη, στην οποία περιηγήθηκε με μια ομάδα δυτικών λαογράφων διψασμένος να δει από κοντά τον κόσμο των λευκών αποικιοκρατών που κατέστρεψαν την πατρίδα του. Σε κάποια σημεία, όπως εκείνο για τη μισθωτή εργασία, η σκέψη του Τουιάβιι μπορεί να φαίνεται αφελής, είναι όμως ακριβώς το αντίθετο. Αποκαλύπτει την τρομακτική απορία με την οποία αντιμετωπίζει τη βαρβαρότητα του δυτικού πολιτισμού, μια κοινωνία απελευθερωμένη από το βάρος του ρολογιού. Μια κοινωνία που δεν φοβάται τον χρόνο γιατί δεν τον ποσοτικοποιεί. Δεν τον θρυμματίζει σε ώρες και λεπτά για να εγκλωβίζει μέσα τους την ίδια της τη ζωή. Δεν τον αντιλαμβάνεται ως κομμάτια που συσσωρεύονται, αλλά τον προσεγγίζει ποιοτικά με βάσει τις ανάγκες της κάθε μέρας, σαν κάτι που «δεν είναι ποτέ περισσότερο απ’ όσο χωράει στο διάστημα μεταξύ ανατολής και δύσης του ηλίου». Γι’ αυτό και σε μια τέτοια κοινωνία, ο χρόνος είναι πάντα αρκετός.

«Ο Παπαλάνγκι είναι μόνιμα δυσαρεστημένος με το χρόνο του […] Τον κατακόβει ακριβώς όπως όταν κόβουμε εμείς μ’ έναν μεγάλο σουγιά σταυρωτά μια μαλακιά καρύδα. Όλα τα κομμάτια έχουν τ’ όνομά τους: δευτερόλεπτο, λεπτό, ώρα […] Παρόλο που ο χρόνος ποτέ δεν είναι περισσότερος απ’ όσο χωράει στο διάστημα μεταξύ ανατολής και δύσης του ηλίου, για τον Παπαλάνγκι ποτέ δεν είναι αρκετός […] Οι άντρες, οι γυναίκες και ακόμη και τα παιδιά, που μόλις μπορούν και στέκονται όρθια, φοράν στο πανί τους, δεμένη με χοντρή μετάλλινη αλυσίδα και κρεμασμένη στο λαιμό ή δεμένη με ένα λουρί στον καρπό του χεριού, μια μικρή, επίπεδη στρογγυλή μηχανή, απ’ όπου μπορούν να διαβάζουν το χρόνο […] Όταν έχει περάσει ένα μέρος του χρόνου, αυτό το δείχνουν κάτι μικρά δάχτυλα στην εξωτερική πλευρά της μηχανής, ενώ ταυτόχρονα αυτή κράζει ένα πνεύμα και χτυπάει πάνω στο σίδερο μέσα στην καρδιά της […] Όταν ο Παπαλάνγκι ακούει αυτόν το χρονοθόρυβο παραπονιέται […] Αυτό ποτέ δεν το κατάλαβα, σκέφτομαι μόνο ότι θα είναι κάποια βαριά αρρώστια. «Ο χρόνος τρέχει σαν το άλογο!» – «Δώσε μου λίγο χρόνο» – Έτσι παραπονιέται ο λευκός άνθρωπος […] Εγώ λέω ότι αυτό θα είναι κάποιο είδος αρρώστιας· γιατί όταν ο λευκός έχει διάθεση να κάνει κάτι, όταν η καρδιά του λαχταράει ας πούμε να βγει στον ήλιο ή να κάνει βόλτα με το κανό στο ποτάμι ή να κάνει έρωτα με το κορίτσι του, τότε συνήθως καταστρέφει το κέφι του, επιμένοντας να σκέφτεται: Εμένα δεν μούλαχε χρόνος για να’ μαι χαρούμενος. Ο χρόνος υπάρχει, αυτός όμως δεν τον βλέπει, όση καλή διάθεση κι αν έχει. Αναφέρει χιλιάδες πράγματα που του παίρνουν το χρόνο, κάθεται γκρινιάζοντας και παραπονούμενος πάνω σε μια δουλειά, για την οποία δεν έχει όρεξη, η οποία δεν τον ευχαριστεί, την οποία κανένας δεν τον αναγκάζει να την κάνει εκτός από τον ίδιο του τον εαυτό. Αν όμως ξαφνικά αντιληφθεί ότι έχει χρόνο, ότι κι όμως ο χρόνος υπάρχει, ή αν του δώσει κάποιος άλλος χρόνο –οι Παπαλάνγκι δίνουν συχνά ο ένας στον άλλον χρόνο, τίποτα μάλιστα δεν εκτιμάται περισσότερο από αυτήν την πράξη- τότε του λείπει πάλι η διάθεση ή είναι κουρασμένος από τη δουλειά και χωρίς κέφι. Και πάντα αναβάλλει για αύριο αυτό για το οποίο σήμερα δεν έχει χρόνο […] Αυτή η μανία είναι μια φριχτή κατάσταση, μια αρρώστια, που κανένας γιατρός δεν μπορεί να γιατρέψει, που μεταδίδεται σε πολλούς ανθρώπους και τους εξαθλιώνει.

[…]

Επειδή ο κάθε Παπαλάνγκι διακατέχεται από το φόβο για το χρόνο του, ξέρει πάντα με μεγάλη ακρίβεια πόσες ανατολές της σελήνης και του ήλιου έχουν περάσει από τότε που πρωτοαντίκρυσε το μεγάλο φως. Αυτό μάλιστα παίζει ένα τόσο μεγάλο ρόλο, ώστε να γιορτάζεται με λουλούδια και με μεγάλα φαγοπότια κάθε φορά που έχει περάσει ένα ορισμένο ίσο με τ’ άλλα, χρονικό διάστημα. Πόσο συχνά ένιωσα ότι ντρέπονταν για μένα, επειδή όταν με ρωτούσαν πόσων χρονών είμαι, εγώ γελούσα και δεν ήξερα ν’ απαντήσω. «Μα πρέπει να ξέρεις πόσων χρονών είσαι!». Εγώ σώπαινα και σκεφτόμουν: είναι καλύτερα να μην ξέρω.

Πόσων χρονών, σημαίνει πόσα φεγγάρια έχει ζήσει κανείς. Αυτό το μέτρημα και το ψάξιμο είναι γεμάτα κινδύνους, γιατί έτσι οι άνθρωποι μάθανε πόσα φεγγάρια διαρκεί συνήθως η ζωή τους. Ο καθένας λοιπόν προσέχει τώρα πάρα πολύ, κι όταν έχουν περάσει πολλά φεγγάρια, λέει: «Τώρα πρέπει όπου να’ ναι να πεθάνω». Έτσι δεν νιώθει πια καμιά χαρά και πεθαίνει πραγματικά σύντομα.

[…]

Πιστεύω ότι ο χρόνος ξεγλιστρά από τα χέρια του σαν το φίδι στην υγρή παλάμη, ακριβώς επειδή τον κρατά πολύ σφιχτά. Δεν το αφήνει να συνέλθει. Τον κυνηγά πάντα με απλωμένα χέρια, δεν τον αφήνει να ησυχάσει, να ξαπλωθεί στον ήλιο. Θέλει ο χρόνος να είναι πάντα κοντά του, τον θέλει να τραγουδά και να μιλά. Ο χρόνος όμως είναι σιωπηλός και ειρηνικός και αγαπά την ησυχία και το άραγμα στο στρώμα. Ο Παπαλάνγκι δεν έχει καταλάβει τι είναι ο χρόνος, δεν τον έχει αντιληφθεί σωστά και γι’ αυτό τον κακοποιεί με τις ωμές του συνήθειες.

Ω αγαπητά αδέλφια! Εμείς ποτέ δεν παραπονεθήκαμε για το χρόνο, εμείς τον αγαπήσαμε όπως ήρθε, δεν τον κυνηγήσαμε, δεν θελήσαμε ποτέ να τον στριμώξουμε ή να τον τεντώσουμε. Ποτέ αυτός δεν έγινε ανάγκη ή δυσαρέσκεια. Ας βγει εδώ μπροστά όποιος από εμάς δεν έχει χρόνο! Ο καθένας από εμάς έχει ένα σωρό χρόνο· αλλά εμείς αρκούμαστε σε αυτόν δεν χρειαζόμαστε περισσότερο από αυτόν που έχουμε κι όμως έχουμε αρκετό […] Εμείς πρέπει ν’ απελευθερώσουμε τον φτωχό, τον παραπλανημένο Παπαλάνγκι από την τρέλα του, πρέπει να του ξαναδώσουμε το χρόνο του. Πρέπει να σπάσουμε τη μικρή στρογγυλή χρονομηχανή του και να του πούμε ότι από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου υπάρχει πολύ περισσότερος χρόνος από αυτόν που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο άνθρωπος».

Η πραγματική αρρώστια της κοινωνίας μας είναι ο καπιταλισμός. Ας το συνειδητοποιήσουμε.


[1] Εκδόσεις Ύψιλον, 1981. Παπαλάνγκι σημαίνει «ο λευκός, ο ξένος, στην κυριολεξία όμως θα πει αυτός που διαπέρασε τον ουρανό. Ο πρώτος λευκός ιεραπόστολος που κατέφτασε στη Σαμόα ήρθε με ιστιοφόρο. Οι ιθαγενείς νόμισαν ότι το άσπρο ιστιοφόρο στο μακρινό ορίζοντα ήταν μια τρύπα στον ουρανό μέσα από την οποία ο λευκός ήρθε κοντά τους».

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s